Ηταν νωρίς το πρωί της 29ης Οκτωβρίου 1941, με την Ελλάδα να βρίσκεται ακόμη υπό τον κατοχικό ζυγό, όταν μια ομάδα 50-60 αναπήρων πολέμου, με τα χέρια και τα πόδια κομμένα, άλλοι με αμαξίδια και άλλοι με πατερίτσες, εμφανίστηκαν μπροστά από το Μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη.
Οι καραμπινιέροι που φρουρούσαν εκεί προσπάθησαν στην αρχή να τους εμποδίσουν. Ηταν, όμως, τόσο επιτακτική και περιφρονητική η χειρονομία με την οποία οι επικεφαλής ανάπηροι τούς «διέταξαν» να παραμερίσουν, ώστε υποχώρησαν και τους άφησαν να περάσουν. Στη συνέχεια, αυτοί οι λαβωμένοι ήρωες σχημάτισαν ημικύκλιο γύρω από το μνημείο και τρεις εξ αυτών προχώρησαν για να καταθέσουν ένα απέριττο δάφνινο στεφάνι.
Ενας από τους τρεις που μόλις κατάφερνε να βαδίσει με τα ξυλοπόδαρά του στάθηκε σε στάση προσοχής και είπε: «Νεκροί ήρωες, αδέλφια μας, έχουμε πολλά να σας πούμε, αλλά καταλαβαίνετε ότι με τις σημερινές συνθήκες αυτά που θέλουμε να σας πούμε δεν μπορούμε να τα πούμε δυνατά. Εσείς, όμως, δεν έχετε ανάγκη από φωνές και λόγια για να μας καταλάβετε. Ακούστε λοιπόν τι έχουμε να σας πούμε» και σώπασε για δύο λεπτά. Μια νεκρική σιγή επικράτησε κατά τη συνταρακτική εκείνη σκηνή. Επειτα κατέληξε απλά: «Τώρα σας είπαμε ό,τι θέλαμε να μάθετε. Είμαστε βέβαιοι ότι μας νιώσατε»…
Αυτή, η πιο συγκινητική ίσως τιμή που αποδόθηκε μπροστά στο μνημείο, καταγράφηκε από τους δημοσιογράφους Αχιλλέα και Κύρο Κύρου στο «Χρονικό» τους για την περίοδο της Κατοχής, με τους ίδιους να σχολιάζουν ότι «ποτέ άλλοτε δεν ελέχθησαν ωραιότερα λόγια ενώπιον του εθνικού μνημείου από εκείνα που δεν ήκουσαν αυτιά θνητών εκείνο το πρωινό της 29ης Οκτωβρίου 1941».
Και αυτή είναι βεβαίως μια από τις πολλές ξεχωριστές στιγμές που έχουν βιώσει Ελληνες και ξένοι, ηγέτες και απλοί πολίτες, περνώντας από αυτό το εμβληματικό σημείο, εδώ και 93 χρόνια…
Χώρος που εξελίχθηκε, μέσα από την αυξανόμενη παράθεση των αιματοβαμμένων ηρωικών τοποσήμων, σε ένα από τα ιερότερα μνημεία της πατρίδας για να τιμά με ευλάβεια τους άγνωστους πεσόντες της. Ενας χώρος όμως που, παρά την αυτονόητη ιστορική του βαρύτητα, παραδίδεται κάθε τόσο στις ορέξεις «γνωστών-άγνωστων», κουκουλοφόρων ή κάθε λογής διαμαρτυρόμενων και γίνεται θέατρο επεισοδίων, με εικόνες που μέσα από τις τηλεοπτικές κάμερες φτάνουν σε κάθε γωνιά του πλανήτη, δυσφημώντας βάναυσα την ίδια τη χώρα.
Μόλις λίγες ημέρες πριν, ανήμερα την 25η Μαρτίου, όταν ολοκληρώθηκαν οι εορταστικές εκδηλώσεις, μια γυναίκα, αντί να αφήσει λουλούδια, αποφάσισε να γράψει υβριστικά συνθήματα στο Μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη, με αποτέλεσμα να συλληφθεί και να οδηγηθεί στο Αυτόφωρο, όπου της απαγγέλθηκαν κατηγορίες για φθορά δημόσιας περιουσίας.
Αυτή, όμως, ήταν η πιο «αθώα» από όσες -και είναι πολλές- σκηνές βανδαλισμών έχουν σημειωθεί τα τελευταία χρόνια μπροστά στο μνημείο με το οποίο το έθνος τιμά εκείνους που θυσιάστηκαν για την ελευθερία, την ανεξαρτησία και την αξιοπρέπεια της Ελλάδας. Γεγονότα που, εκτός από την απύθμενη αμάθεια, προδίδουν και απόλυτη άγνοια για τη σημασία της ιστορικής μνήμης ενός λαού.
Αν αναλογιστεί κανείς την αφοριστική, αλλά τόσο αληθινή προσέγγιση του μεγάλου ψυχοθεραπευτή Ιρβιν Γιάλομ ότι «θα είμαι πραγματικά νεκρός, όταν δεν θα υπάρχω πια στη μνήμη κανενός» αντιλαμβάνεται πως, σε πείσμα της λήθης και της διαρκούς μάχης της με τη συλλογική μνήμη, στέκει ακριβώς αυτό το μνημείο, το οποίο δυστυχώς έχει υποστεί πολλές περιπέτειες.
Τα παλαιά ανάκτορα
Αυτές οι περιπέτειες και ίσως οι πιο άγνωστες στο ευρύ κοινό, ξεκίνησαν προτού ακόμη δημιουργηθεί και εντάθηκαν μετά τα αποκαλυπτήριά του, τα οποία έγιναν την 25η Μαρτίου του 1932.
Αρχικά, το πρώτο τέτοιο μνημείο, που ήταν αφιερωμένο στους άγνωστους πεσόντες του Αγώνα του 1821, κατασκευάστηκε το 1889 στην Ερμούπολη της Σύρου. Ωστόσο, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον βαρύ φόρο αίματος που πλήρωσε και η Ελλάδα, αποφασίστηκε, κατά το παράδειγμα άλλων ευρωπαϊκών χωρών, η ανέγερση εθνικού Μνημείου του Αγνωστου Στρατιώτη στην Αθήνα. Οι πρώτες διαφωνίες ανέκυψαν για πού θα έπρεπε να δημιουργηθεί. Τελικά, στις αρχές του 1926 ο τότε υπουργός Στρατιωτικών Θεόδωρος Πάγκαλος, παππούς του συνονόματου και εκλιπόντος πρώην υπουργού των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ, έχοντας ήδη προχωρήσει στο βραχύβιο πραξικόπημά του, αποφάσισε την κατασκευή του μπροστά στην πλατεία των Παλαιών Ανακτόρων.
Στις 3 Μαρτίου 1926 έγινε η προκήρυξη του διαγωνισμού για την υποβολή της σχετικής μελέτης και τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς επιλέχθηκε κατά πλειοψηφία εκείνη του αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Λαζαρίδη, που την είχε υποβάλει με το ψευδώνυμο Σκρά. Σχεδόν δύο χρόνια αργότερα, τον Ιούνιο του 1928, δημοσιεύτηκε το νομοθετικό διάταγμα για την υλοποίηση του μνημείου και τις χωματουργικές εργασίες που ήταν απαραίτητες για τη διαμόρφωση του χώρου.
Η επιλογή του συγκεκριμένου σημείου, ωστόσο, εξακολουθούσε να προκαλεί αντιδράσεις από αρχιτέκτονες και άλλα σημαίνοντα πρόσωπα. Χρειάστηκε το θέμα να έρθει στη Βουλή και τον Ιούλιο του 1929 ο τότε πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος έβαλε τέλος στη διαμάχη αποφασίζοντας οριστικά ότι η καταλληλότερη θέση είναι μπροστά από τα Παλαιά Ανάκτορα.
Το δεύτερο… ντέρμπι δόθηκε γύρω από τον γλύπτη που θα φιλοτεχνούσε την κεντρική παράσταση του μνημείου. Ο Εμμανουήλ Λαζαρίδης, που επέβλεπε το όλο εγχείρημα, αρχικά συνεργάστηκε με τον γλύπτη Θωμά Θωμόπουλο, ο οποίος είχε προτείνει ως κεντρικό θέμα μια γιγαντομαχία. Στη συνέχεια όμως ο Λαζαρίδης παρέκαμψε τον Θωμόπουλο, επιλέγοντας τον άρτι αφιχθέντα από το Παρίσι (με σπουδές και στην εκεί Σχολή Καλών Τεχνών αλλά και στην Ακαδημία Ζιλιόρ) Φωκίωνα Ρωκ. Η κόντρα Λαζαρίδη – Θωμόπουλου, που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στους καλλιτεχνικούς κύκλους της εποχής, κράτησε μέχρι τον Δεκέμβριο του 1930, όταν η επιτροπή επίβλεψης του μνημείου ενέκρινε τη νέα πρόταση και ακόλουθα την αντικατάσταση.
Το έργο από λαξευμένους πωρόλιθους μεγάλων διαστάσεων ανταποκρίνεται και «συνομιλεί» με τις παραδόσεις της Αρχαίας Ελλάδας από την οποία προέρχεται η βασική ιδέα όλων των αντίστοιχων σύγχρονων μνημείων. Σε αντίθεση, όμως, με τα περισσότερα μνημεία στο εξωτερικό, όπου συμβολικά είναι θαμμένοι ένας ή περισσότεροι στρατιώτες, εδώ επιλέχθηκε να υπάρχει ένας κενός τάφος κατά τη φράση του Θουκυδίδη «μια κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών» που μαζί με το «ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος» από τον Επιτάφιο του Περικλή είναι χαραγμένες στις δύο πλευρές της κεντρικής παράστασης, η οποία, με λιτές γραμμές, απεικονίζει το γυμνό σώμα ενός πολεμιστή που φορά αρχαίο κράνος και στο χέρι κρατά μια κυκλική ασπίδα. Στις δύο πλευρές υπάρχουν ισάριθμες κλίμακες, ενώ στον τοίχο δεξιά και αριστερά 16 ορειχάλκινες ασπίδες που εξυμνούν τη θυσία και την ανδρεία.
Στους πελεκημένους πωρόλιθους του τοίχου είναι χαραγμένα τα ονόματα των τόπων στους οποίους έχουν διεξαχθεί οι ενδοξότερες και πιο πολύνεκρες μάχες των απελευθερωτικών πολέμων του Ελληνισμού κατά τους τελευταίους αιώνες. Από τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-13, τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918) και τη Μικρασιατική Εκστρατεία (1919-1922) μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1940-45), τον Πόλεμο της Κορέας (1950-53) και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το 1974. Ακόμη, το 2015 προστέθηκαν οι λέξεις «Αιγαίο», «Ιόνιο», «Μεσόγειος» και «Ατλαντικός» σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον άγνωστο Ελληνα ναύτη που έπεσε εν καιρώ πολέμου.
Το έργο, εμπνευσμένο από αρχαϊκά αγάλματα, αλλά και με τη λιτότητα που το χαρακτηρίζει, ήταν κλασικό και σύγχρονο ταυτόχρονα, ωστόσο αυτό αναγνωρίστηκε με την πάροδο των ετών. Τα αποκαλυπτήριά του έγιναν στις 25 Μαρτίου 1932, μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα και με την παρουσία εκπροσώπων πολλών ξένων κρατών, όπως ΗΠΑ, Γαλλία, Ιταλία, Γιουγκοσλαβία, Αίγυπτος, Ρουμανία, Πολωνία, αλλά και Τουρκία, που κατέθεσαν στεφάνια και απέδωσαν τιμές.
Παράλληλα, μπροστά σε πλήθος κόσμου που είχε συρρεύσει πραγματοποιήθηκε μεγάλη παρέλαση και στη συνέχεια στρατιωτική λαμπαδηφορία. Την ίδια εκείνη μέρα μεταφέρθηκε από την Αγία Λαύρα το φως που καίει έκτοτε «ακοίμητο» προ του μνημείου.
Αμέσως μετά την αποπεράτωση της κατασκευής, την τιμητική φρούρηση ανέλαβε λόχος της Φρουράς του Προέδρου της Δημοκρατίας που μετονομάστηκε σε Φρουρό του Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη, όνομα το οποίο διατήρησε έως τη Μεταπολίτευση του 1935. Τότε με την επάνοδο του βασιλιά Γεωργίου Β’, ο Ευζωνικός Λόχος μετονομάστηκε σε Βασιλική Φρουρά κι έτσι διατηρήθηκε μέχρι το τέλος της χούντας το 1974. Τη δεκαετία του 1950, ωστόσο, την τιμητική φύλαξη του μνημείου, εκτός των Ευζώνων, αναλάμβαναν εκ περιτροπής και οι τρεις κλάδοι των Ενόπλων Δυνάμεων, ο Στρατός, το Ναυτικό και η Αεροπορία.
Από τη Μεταπολίτευση και μετά η φρούρηση ανατέθηκε στην Προεδρική Φρουρά με τους Εύζωνες που με τη μοναδική πειθαρχία και το συμβολικό τελετουργικό μαγνητίζουν το ενδιαφέρον Ελλήνων και ξένων.
Οι αντιδράσεις
Μπορεί σήμερα το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, έχοντας κατακτήσει τη θέση του στην Ιστορία με τη διαχρονική επιβλητικότητά του, να αποτελεί αναμφισβήτητα το υπέρτατο σημείο εθνικής μνήμης, δικαιώνοντας έτσι τους εμπνευστές και δημιουργούς του για το αισθητικό αποτέλεσμα που χωρίς τίποτα κραυγαλέο ή περιττό έγινε πια συστατικό στοιχείο της πρωτεύουσας. Ποιος άραγε θα μπορούσε να φανταστεί τώρα την πλατεία Συντάγματος χωρίς αυτό;
Δεν ήταν όμως έτσι στην αφετηρία του, τουλάχιστον για μια μερίδα του κόσμου, αλλά και του Τύπου της εποχής που αντέδρασε σφοδρότατα, με το Σωματείο Ελλήνων Γλυπτών να χαρακτηρίζει το έργο «ανοσιούργημα σε βάρος της ελληνικής τέχνης» και κάποιες εφημερίδες της εποχής να κάνουν λόγο με πηχυαίους τίτλους για «τερατούργημα» και «αισχρούργημα». Από μια άποψη, όπως τώρα είναι αδιανόητη η απουσία του, τότε ήταν εξαιρετικά δύσκολη η αποδοχή του, ιδιαίτερα καθώς άλλαξε άρδην τη μορφή της πλατείας με το πυκνό αλσύλλιο που υπήρχε μπροστά στα Παλαιά Ανάκτορα.
Ενας ακόμη λόγος που πυροδοτούσε τις αντιδράσεις ήταν το θεωρούμενο ως υπέρογκο κόστος του που έφτασε τα 6,5 εκατ. δραχμές σε μια περίοδο δυσχερή για τη χώρα. Και τούτο καθώς αφενός οι χωματουργικές εργασίες για την πλήρη αναμόρφωση της πλατείας σε χαμηλότερο ύψος κατά 7 μέτρα, σε σχέση με το κτίριο της σημερινής Βουλής, ήταν χρονοβόρες, με τα μέσα εκείνης της περιόδου και χρειάστηκε η συνδρομή ειδικών τεχνιτών από τη Γαλλία, κάτι που ανέβασε το κόστος.
Αφετέρου, ήταν το παρασκήνιο με την αλλαγή των γλυπτών, οι φήμες περί μυστικών συμφωνιών και υψηλών αμοιβών, αλλά και το γεγονός ότι ενώ η χύτευση των μεταλλικών ασπίδων και των κυπέλλων θυμιάματος προβλεπόταν να γίνει στην Ελλάδα, έγινε τελικά στο Παρίσι, με τετραπλάσια τιμή όπως λεγόταν τότε.
Ετσι, οι αντιδράσεις είχαν αρχίσει πριν από τα εγκαίνια του μνημείου, με μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδες όπως τα «Αθηναϊκά Νέα» (μετέπειτα «Νέα») να… σέρνουν τον χορό με τίτλους του τύπου «Ο Αγνωστος Στρατιώτης. Πώς εγεννήθη το τέρας». Η εφημερίδα ανέφερε στο πρωτοσέλιδο σχόλιό της ότι «ουδέποτε η κατακραυγή του κοινού ήτο τόσον ομόθυμος εις ζήτημα καλαισθησίας και ουδέποτε ο καλλιτεχνικός κόσμος ήτο τόσο σύμφωνος εις εξέγερσιν», προσθέτοντας πως «βεβαίως δεν δυνάμεθα τώρα πλέον να συστήσωμεν την ανατίναξιν του μανδροτοίχου που εξεθεμελίωσε το απέριττον και απλούν αρχιτεκτονικόν σύνολον των παλαιών ανακτόρων και την νέαν περιφοράν του αγνώστου στρατιώτου προς ανεύρεσιν καλλιτέρου τάφου. Αλλά η απόξεσις τουλάχιστον του γλυπτού εξαμβλώματος είναι επιβεβλημένη». Ορισμένοι αναγνώστες, πάντως, έφτασαν να προτείνουν επωνύμως και σοβαρά την ανατίναξη του μνημείου. Η ίδια εφημερίδα μετά τα αποκαλυπτήρια προέτρεπε την πολιτική ηγεσία να μη… λυπηθεί τα χρήματα που έδωσε και να κατεδαφίσει άνευ δισταγμού το αισχρούργημα.
Ακόμη, η εφημερίδα «Ακρόπολις» την παραμονή της τελετής των εγκαινίων σχολίαζε σκωπτικά ότι λόγοι πρωτοκόλλου επέβαλαν την ανέγερσή του γιατί οι ξένοι επίσημοι που επισκέπτονταν την Αθήνα δεν είχαν πού να καταθέτουν τα στεφάνια. «Χαλέπι λοιπόν τα 6.500.000 δραχμές που η Ελλάδα των προσφύγων ξόδεψε για την αναμόρφωση της πλατείας των παλιών ανακτόρων», όπως ανέφερε.
Χαρακτηριστική ήταν και η θέση του ακαδημαϊκού και τότε διευθυντή της Εθνικής Πινακοθήκης Ζαχαρία Παπαντωνίου που δήλωνε: «Χάσαμε την ήρεμη όψη του βαυαρικού κτιρίου για να κερδίσουμε τι; Ποιος θα το έλεγε! Τον αισθητικό εφιάλτη ότι το κτίριο των ανακτόρων είναι στον αέρα».
Παρά ταύτα, η πλειονότητα του κόσμου αλλά και των εφημερίδων αντιμετώπισε θετικά το μνημείο που θα άλλαζε για πάντα την εικόνα του κέντρου της Αθήνας, «πρωταγωνιστώντας» σε εμβληματικές στιγμές όπως η αυθόρμητη παλλαϊκή συγκέντρωση της Απελευθέρωσης από τα δεσμά της Κατοχής τον Οκτώβριο του 1944, που άφησαν ανεξίτηλο ιστορικό αποτύπωμα. Τις επόμενες δεκαετίες εκατοντάδες ξένοι ηγέτες απότισαν φόρο τιμής στον Αγνωστό Στρατιώτη, ακόμη και το 2021 στις, εν μέσω πανδημίας, εκδηλώσεις για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821.
Οι σύγχρονες περιπέτειες
Εκτός όμως από τις λαμπρές σελίδες, όπως ταιριάζει σε ένα τέτοιο μνημείο, υπήρξαν και υπάρχουν οι δυσάρεστες, που αμαυρώνουν όχι τον Αγνωστο Στρατιώτη αλλά την εικόνα της χώρας. Αυτές περιλαμβάνουν τα επεισόδια κατά τη διάρκεια συλλαλητηρίων σε διάφορες χρονικές περιόδους μέχρι και μεμονωμένες κινήσεις διαταραγμένων ατόμων, όπως στις 4 Οκτωβρίου 2021, όταν ένας 48χρονος αγρότης που αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα οδήγησε το αγροτικό του πάνω στο πεζοδρόμιο προς το Μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη, φωνάζοντας ότι θα ανατιναχθεί και προειδοποιώντας τους αστυνομικούς να απομακρυνθούν. Μετά την εξουδετέρωσή του εντοπίστηκαν στο αυτοκίνητο μία φιάλη υγραερίου κι ένα μπιτόνι με βενζίνη.
Ασφαλώς, το μνημείο και λόγω θέσης βρίσκεται στο επίκεντρο των εκάστοτε εκδηλώσεων διαμαρτυρίας. Οπως έγινε τον Δεκέμβριο του 2008 μετά τη δολοφονία του 15χρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, όταν επί τρεις μέρες οργανώθηκαν ογκώδη συλλαλητήρια, στο περιθώριο των οποίων ομάδες ατόμων του λεγόμενου αντιεξουσιαστικού χώρου κατέστρεφαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους.
Η χειρότερη περίοδος, με διαδοχικά επεισόδια που κάποιες φορές απείλησαν όχι μόνο το μνημείο, αλλά και τη σωματική ακεραιότητα των Ευζώνων, ήταν αυτή με τις διαδηλώσεις των Αγανακτισμένων από τον Μάιο έως και τον Νοέμβριο του 2011. Ηταν μια «μαύρη» περίοδος για τη χώρα υπό το βάρος των μνημονιακών μέτρων λιτότητας, κατά την οποία το κέντρο της Αθήνας είχε παραδοθεί στις καθημερινές κινητοποιήσεις, αλλά και στις… ορέξεις των κουκουλοφόρων, διαλύοντας κάθε οικονομική δραστηριότητα. Στο πλαίσιο αυτό, υπήρξαν δεκάδες τραυματισμοί διαδηλωτών και αστυνομικών, προπηλακισμοί πολιτικών προσώπων και εκτεταμένες καταστροφές ακόμη και πέριξ του Αγνωστου Στρατιώτη.
Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε αρκετές φορές και τα επόμενα χρόνια. Μάλιστα, στις 18 Μαΐου του 2017 και ενώ ο τότε πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας μιλούσε στη Βουλή, περίπου 30 κουκουλοφόροι επιτέθηκαν στις αστυνομικές δυνάμεις που βρίσκονταν παρατεταγμένες μπροστά από το μνημείο, επιχειρώντας να ανέβουν τα σκαλιά για να φτάσουν στο προαύλιο του Κοινοβουλίου. Δόθηκε κυριολεκτικά μάχη σώμα με σώμα, με τα ΜΑΤ να ρίχνουν χημικά και να ακολουθεί βροχή από μολότοφ που έκαψαν ένα από τα φυλάκια των Ευζώνων.
Ακόμη, τον Ιανουάριο του 2019, κατά την επίσκεψη της Ανγκελα Μέρκελ, αλγεινή εντύπωση είχε προκαλέσει η καταστροφή από διαδηλωτές του στεφανιού που κατέθεσε πριν από τη συνάντησή της με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Η περίοδος της πανδημίας, με την αναγκαστική απαγόρευση των συναθροίσεων, επέφερε μια ηρεμία στο Σύνταγμα. Η πιο ξεχωριστή ωστόσο στιγμή ήταν η συγκέντρωση του ΠΑΜΕ την Πρωτομαγιά του 2020, μπροστά από τον Αγνωστο Στρατιώτη, με μάσκες και αυστηρή τήρηση αποστάσεων, όπως μόνο το… ΚΚΕ θα μπορούσε να οργανώσει.
Και πιο πρόσφατα, όμως, στο μεγαλειώδες ειρηνικό συλλαλητήριο για τα Τέμπη στις 28 Φεβρουαρίου, το Μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη έγινε και πάλι σκηνικό σφοδρών συγκρούσεων μεταξύ της Αστυνομίας και μιας ολιγάριθμης ομάδας των «γνωστών-αγνώστων», με αποτέλεσμα, πέρα από τις καταστροφές, η τιμητική φρουρά να οδηγηθεί για λόγους ασφαλείας εντός του κτιρίου του Κοινοβουλίου.
Στο εξωτερικό
Από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες μέχρι τις ΗΠΑ, τη Ρωσία, την Κίνα και τη… Ζιμπάμπουε υπάρχουν αντίστοιχα μνημεία προς τιμήν του Αγνωστου Στρατιώτη, ανάλογα με την ιστορία τους.
Ολα ανεξαιρέτως φυλάσσονται αυστηρά επί 24ώρου βάσεως, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις λαμβάνονται και επιπρόσθετα μέτρα ασφαλείας. Για παράδειγμα, στο εθνικό κοιμητήριο του Αρλιγνκτον, στις ΗΠΑ, όπου το Μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη, μια νεοκλασική, λευκή μαρμάρινη σαρκοφάγος στην κορυφή ενός λόφου με θέα την Ουάσινγκτον, είναι το πιο εμβληματικό του χώρου, οι φρουροί είναι πάντα εξοπλισμένοι με τουφέκι και ξιφολόγχη καθώς και με πλευρικό όπλο. Κατά την αλλαγή φρουράς ακολουθείται ένα αυστηρό τυπικό όπως και εδώ, σύμφωνα με τους κανονισμούς του Στρατού, ενώ ο διοικητής ενημερώνει τους παρευρισκόμενους ότι θα πρέπει να παραμείνουν «σιωπηλοί και όρθιοι» καθ’ όλη τη διάρκεια της τελετής. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, ζητείται από το κοινό να απέχει από τη λήψη φωτογραφιών με φλας.
Στην Αψίδα του Θριάμβου, κορυφαίο σύμβολο της γαλλικής εθνικής ταυτότητας και ασφαλώς ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα τοπόσημα του Παρισιού, βρίσκεται ο Αγνωστος Στρατιώτης για τους Γάλλους πεσόντες. Την επισκέπτονται μάλιστα χιλιάδες τουρίστες καθημερινά χωρίς… παρατράγουδα. Μία από τις ελάχιστες εξαιρέσεις ήταν το 2018, όταν στο πλαίσιο των διαδηλώσεων των «Κίτρινων Γιλέκων», η Αψίδα έπεσε θύμα βανδαλισμού.
Στο δυτικό άκρο του κυρίως ναού του Αββαείου του Ουέστμινστερ βρίσκεται ο τάφος του Αγνωστου Πολεμιστή, στη Μεγ. Βρετανία. Εκεί είναι θαμμένο το σώμα ενός πράγματι άγνωστου μέλους των βρετανικών αυτοκρατορικών Ενόπλων Δυνάμεων που πέθανε στο δυτικό μέτωπο κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τα μέτρα ασφαλείας και σε αυτή την περίπτωση είναι αυστηρότατα.
Το Μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη στη Ρωσία βρίσκεται στο Τείχος του Κρεμλίνου στον κήπο Αλεξνατρόφσκι και είναι αφιερωμένο στους Σοβιετικούς στρατιώτες που έπεσαν κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Περιέχει, δε, τα λείψανα άγνωστων στρατιωτών που σκοτώθηκαν στη μάχη της Μόσχας το 1941.
Ποιος θα τολμούσε έστω και να διανοηθεί ότι θα έριχνε βόμβα μολότοφ μπροστά στο μνημείο;
Το Εθνικό Μνημείο στην Οτάβα του Οντάριο, στον Καναδά, ο Πορτογαλικός Τάφος του Αγνωστου Στρατιώτη στο Sala do Capitulo στο μοναστήρι Μπατάλια, κοντά στη Λεϊρία, το Μνημείο της Αιώνιας Φλόγας για τους άγνωστους στρατιώτες του Ισραήλ στην Ιερουσαλήμ, τα δύο μνημεία τόσο στο Κάιρο (με τον τάφο του Σαντάτ), όσο και στην Αλεξάνδρεια στην Αίγυπτο, το Μνημείο Ηρώων του Λαού στο Πεκίνο, ο Τάφος του Αγνωστου Στρατιώτη στη Ρώμη είναι ορισμένα μόνο από τα σημεία τιμής και μνήμης κάθε έθνους, τα οποία δεν μπορεί κανείς να προσεγγίσει με απειλητικές διαθέσεις. Είναι κι αυτό μια ένδειξη στοιχειώδους αυτοσεβασμού για κάθε λαό, αλλά και για κάθε κράτος…
Πηγή: protothema.gr